WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| partnership n | (working together) | συνεργασία ουσ θηλ |
| | | σύμπραξη ουσ θηλ |
| | (επίσημο: πολιτική) | εταιρική σχέση επίθ + ουσ θηλ |
| | (αργκό) | συνεταιριλίκι ουσ ουδ |
| | Gemma and Maxine's partnership has led to both of them getting more business. |
| | Η συνεργασία της Τζέμμα και της Μαξίν έχει φέρει και στους δυο περισσότερη δουλειά. |
| partnership n | (company legal status) | εταιρεία, εταιρία ουσ θηλ |
| | (επίσημο, κατά λέξη) | προσωπική εταιρεία, προσωπική εταιρία επίθ + ουσ θηλ |
| | This company is a partnership; it's headed by three partners who all own an equal share of the business. |
| | Αυτή η εταιρεία είναι μια προσωπική εταιρεία. Διοικείται από τρεις εταίρους που όλοι έχουν ισάριθμο αριθμό μετοχών της εταιρείας. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: